Μετάβαση στο περιεχόμενο

ολιγαρχικώς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ολιγαρχικώς < αρχαία ελληνική ὀλιγαρχικῶς

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ολιγαρχικώς

  1. διοικητική συμπεριφορά που διακρίνεται από αυταρχικό τρόπο και όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται από λιγότερους από όσους επιτρέπει η δημοκρατία, λόγιο επίρρημα για το ολιγαρχικά
  2. κυριολεκτικά, με κυβέρνηση που διοικεί ολιγαρχικά

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]