Μετάβαση στο περιεχόμενο

ολιγοδακτυλία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ολιγοδακτυλία οι ολιγοδακτυλίες
      γενική της ολιγοδακτυλίας των ολιγοδακτυλιών
    αιτιατική την ολιγοδακτυλία τις ολιγοδακτυλίες
     κλητική ολιγοδακτυλία ολιγοδακτυλίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ολιγοδακτυλία < αγγλικά oligodactyly

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ολιγοδακτυλία θηλυκό

  • το να έχει κάποιος λιγότερα δάχτυλα στα χέρια ή τα πόδια (εκ γενετής)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]