ολιγοκαρπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ολιγοκαρπία < ὀλιγόκαρπος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ολιγοκαρπία θηλυκό

  1. το φαινόμενο ένα δέντρο να μην παράγει τον φυσιολογικό αριθμό καρπών


Μεταφράσεις[επεξεργασία]