ολιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ολιστικός ολιστική ολιστικό
γενική ολιστικού ολιστικής ολιστικού
αιτιατική ολιστικό ολιστική ολιστικό
κλητική ολιστικέ ολιστική ολιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ολιστικοί ολιστικές ολιστικά
γενική ολιστικών ολιστικών ολιστικών
αιτιατική ολιστικούς ολιστικές ολιστικά
κλητική ολιστικοί ολιστικές ολιστικά

που αφορά στην περιγραφή ή αντιμετώπιση ενός ζητήματος από όλες τις πλευρές ολιστική ιατρική θεώρηση: σφαιρική αντίληψη της υγείας του σώματος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ολιστικός, -ή, -ό

  1. που αφορά στην περιγραφή ή αντιμετώπιση ενός ζητήματος από όλες τις πλευρές
    ολιστική ιατρική θεώρηση: σφαιρική αντίληψη της υγείας του σώματος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]