ολοκαύτωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ολοκαύτωμα ολοκαυτώματα
γενική ολοκαυτώματος ολοκαυτωμάτων
αιτιατική ολοκαύτωμα ολοκαυτώματα
κλητική ολοκαύτωμα ολοκαυτώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ολοκαύτωμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ολοκαύτωμα ουδέτερο

  1. θυσία που καίγεται εξολοκλήρου σε βωμό
  2. κάτι που καίγεται ολοκληρωτικά
  3. (μεταφορικά) η θυσία για το κοινό καλό
  4. φοβερή καταστροφή, μαζικοί θάνατοι
  5. η γενοκτονία των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]