ολολυσμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ολολυσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ολολύζω
Μετοχή
[επεξεργασία]ολολυσμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ολολύζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ολολυσμένος
|
|