Μετάβαση στο περιεχόμενο

ολολυσμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ολολυσμένος η ολολυσμένη το ολολυσμένο
      γενική του ολολυσμένου της ολολυσμένης του ολολυσμένου
    αιτιατική τον ολολυσμένο την ολολυσμένη το ολολυσμένο
     κλητική ολολυσμένε ολολυσμένη ολολυσμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ολολυσμένοι οι ολολυσμένες τα ολολυσμένα
      γενική των ολολυσμένων των ολολυσμένων των ολολυσμένων
    αιτιατική τους ολολυσμένους τις ολολυσμένες τα ολολυσμένα
     κλητική ολολυσμένοι ολολυσμένες ολολυσμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ολολυσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ολολύζω

Μετοχή

[επεξεργασία]

ολολυσμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]