ολόχρυσος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ὁλόχρυσος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ολόχρυσος ολόχρυση ολόχρυσο
γενική ολόχρυσου ολόχρυσης ολόχρυσου
αιτιατική ολόχρυσο ολόχρυση ολόχρυσο
κλητική ολόχρυσε ολόχρυση ολόχρυσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ολόχρυσοι ολόχρυσες ολόχρυσα
γενική ολόχρυσων ολόχρυσων ολόχρυσων
αιτιατική ολόχρυσους ολόχρυσες ολόχρυσα
κλητική ολόχρυσοι ολόχρυσες ολόχρυσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ολόχρυσος < αρχαία ελληνική ὁλόχρυσος[1] < ὅλος + ουσιαστικό χρυσός + κατάληξη -ος. Συγχρονικά αναλύεται σε ολό- + επίθετο χρυσός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔˈlɔ.xɾi.sɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ολόχρυσος

  1. που είναι φτιαγμένος ολόκληρος από χρυσό
    φορούσε ένα ολόχρυσο ρολόι
  2. (χρώμα) με έντονο χρυσαφί χρώμα
    τα μαλλάκια του παιδιού είναι ολόχρυσα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κατάχρυσος
  3. (μεταφορικά) γεμάτος καλοσύνη
    έχει ολόχρυση καρδιά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. ολόχρυσος στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.