ομάδα αίματος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]ομάδα αίματος θηλυκό
- ταξινόμηση του αίματος που βασίζεται στην παρουσία ή απουσία αντιγονικών συστατικών στην επιφάνεια των ερυθρών κυττάρων
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ομάδα αίματος