ομαλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Ομαλός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ομαλός ομαλή ομαλό
γενική ομαλού ομαλής ομαλού
αιτιατική ομαλό ομαλή ομαλό
κλητική ομαλέ ομαλή ομαλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ομαλοί ομαλές ομαλά
γενική ομαλών ομαλών ομαλών
αιτιατική ομαλούς ομαλές ομαλά
κλητική ομαλοί ομαλές ομαλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ομαλός < αρχαία ελληνική ὁμαλός

Open book 01.svg Επίθετο[]

ομαλός, -ή, ό

  1. που δεν παρουσιάζει απότομες εξάρσεις ή βυθίσεις ή αλλαγές στην κλίση
    ομαλή επιφάνεια, βουνοπλαγιά
  2. που δεν παρουσιάζει ιδαίτερα προβλήματα κατά την εξέλιξή του
    ομαλή λειτουργία, διεξαγωγή, προσγείωση, επιστροφή, εγκυμοσύνη
    ομαλή ανάπτυξη των παιδιών
  3. (φυσική) (για κίνηση) που γίνεται με σταθερό ένα μέγεθος σε όλη τη διάρκεια εξέλιξης ενός φαινομένου
    ευθύγραμμη ομαλή κίνηση (με σταθερή ταχύτητα, σε αντίθεση με την επιταχυνόμενη

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]