ομβριακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ομβριακός ομβριακή ομβριακό
γενική ομβριακού ομβριακής ομβριακού
αιτιατική ομβριακό ομβριακή ομβριακό
κλητική ομβριακέ ομβριακή ομβριακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ομβριακοί ομβριακές ομβριακά
γενική ομβριακών ομβριακών ομβριακών
αιτιατική ομβριακούς ομβριακές ομβριακά
κλητική ομβριακοί ομβριακές ομβριακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομβριακός < ελληνιστική κοινή ὀμβρικός < αρχαία ελληνική ὄμβριος < ὄμβρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ομβριακός, -ή, -ό

Χρησιμοποιείται σπάνια. Η μορφή στην οποία χρησιμοποιείται είναι στον πληθυντικό: «ομβριακά» (ύδατα, νερά)

Οι μονάδες επεξεργασίας λυμάτων λαμβάνουν νερό από τα νοικοκυριά, τη βιομηχανία και τα ομβριακά νερά

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]