ομιλητής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομιλητής ομιλητές
γενική ομιλητή ομιλητών
αιτιατική ομιλητή ομιλητές
κλητική ομιλητή ομιλητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομιλητής < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ομιλητής αρσενικό

  1. αυτός που μιλάει
    • φυσικός ομιλητής: αυτός που έχει μια γλώσσα για μητρική του
  2. αυτός που εκφωνεί ένα λόγο, μια ομιλία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]