ομιλητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ομιλητικός η ομιλητική το ομιλητικό
      γενική του ομιλητικού της ομιλητικής του ομιλητικού
    αιτιατική τον ομιλητικό την ομιλητική το ομιλητικό
     κλητική ομιλητικέ ομιλητική ομιλητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ομιλητικοί οι ομιλητικές τα ομιλητικά
      γενική των ομιλητικών των ομιλητικών των ομιλητικών
    αιτιατική τους ομιλητικούς τις ομιλητικές τα ομιλητικά
     κλητική ομιλητικοί ομιλητικές ομιλητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομιλητικός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ομιλητικός, -ή, -ό

  1. στωμύλος, που του αρέσει να μιλάει με άλλους
     αντώνυμα: ντροπαλός, σιωπηλός, συνεσταλμένος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]