ομογάλακτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομογάλακτος < ομο- + γάλα (γενική: γάλακτος)

Επίθετο[επεξεργασία]

ομογάλακτος -η -ο

  1. που θήλασε από την ίδια γυναίκα με κάποιον άλλον, χωρίς αυτή να είναι φυσική μητέρα και των δυο τους· που μεγάλωσε μαζί με κάποιον άλλον
    ομογάλακτος αδελφός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]