ομοκεντρικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ομοκεντρικός η ομοκεντρική το ομοκεντρικό
      γενική του ομοκεντρικού της ομοκεντρικής του ομοκεντρικού
    αιτιατική τον ομοκεντρικό την ομοκεντρική το ομοκεντρικό
     κλητική ομοκεντρικέ ομοκεντρική ομοκεντρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ομοκεντρικοί οι ομοκεντρικές τα ομοκεντρικά
      γενική των ομοκεντρικών των ομοκεντρικών των ομοκεντρικών
    αιτιατική τους ομοκεντρικούς τις ομοκεντρικές τα ομοκεντρικά
     κλητική ομοκεντρικοί ομοκεντρικές ομοκεντρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομοκεντρικός < ομο- + κεντρικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική homocentrique [1] < αρχαία ελληνική ὁμο- (ὁμός) + κέντρον + -ικός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /o.mo.cen.dɾiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ο‐μο‐κε‐ντρι‐κός

Επίθετο[επεξεργασία]

ομοκεντρικός, -ή, -ό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

→ και δείτε τις λέξεις ομόκεντρος και κέντρο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)