ομολογούμενου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]ομολογούμενου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομολογούμενος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του ομολογούμενος
ομολογούμενου