ομοπάτριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ομοπάτριος ομοπάτρια ομοπάτριο
γενική ομοπάτριου ομοπάτριας ομοπάτριου
αιτιατική ομοπάτριο ομοπάτρια ομοπάτριο
κλητική ομοπάτριε ομοπάτρια ομοπάτριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ομοπάτριοι ομοπάτριες ομοπάτρια
γενική ομοπάτριων ομοπάτριων ομοπάτριων
αιτιατική ομοπάτριους ομοπάτριες ομοπάτρια
κλητική ομοπάτριοι ομοπάτριες ομοπάτρια


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομοπάτριος < ομο- + πατήρ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.ˈpa.tɾi.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.ˈpa.tɾi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.ˈpa.tɾi.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ομοπάτριος , -α , -ο

  1. (σε σχέση με κάποιον άλλον ή άλλους) που κατάγεται από τον ίδιο πατέρα αλλά όχι απαραίτητα από την ίδια μητέρα
  2. που έχει κοινή καταγωγή με ένα δεύτερο πρόσωπο ή πολλά
    τα ομοπάτρια εδάφη

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]