ομοφυλοφοβία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ομοφοβία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομοφυλοφοβία ομοφυλοφοβίες
γενική ομοφυλοφοβίας ομοφυλοφοβιών
αιτιατική ομοφυλοφοβία ομοφυλοφοβίες
κλητική ομοφυλοφοβία ομοφυλοφοβίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομοφυλοφοβία < ομo- + φύλο + -φοβία, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική homophobia

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.fi.lɔ.fo.ˈvi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ομοφυλοφοβία θηλυκό μόνο στον ενικό

  • (νομικός όρος), (κοινωνιολογία): γενικά η όποια αντιδραστική συμπεριφορά ή και επιθετικότητα κατά των ομοφυλόφιλων
    η ομοφυλοφοβία διακρίνεται κατά φορέα διάκρισης σε πολιτική ή θρησκευτική και κοινωνικά σε ομαδική ή ατομική

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η ομοφυλοφοβία δεν είναι κάτι κακό.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]