ομόδοξος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομόδοξος < ομού + δόξα (δοξασία)

Επίθετο[επεξεργασία]

ομόδοξος

  • αυτός που ακολουθεί ίδιο δόγμα γενικά, θρησκευτικό, πολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό κ.λπ.

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]