ομόζυγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομόζυγος < ομό- (< όμοιος) + ζυγός < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ὁμόζυγος (ζώα υπό τον ίδιο ζυγό, έννοιες σε αντιστοιχία). Για τον όρο στη βιολογία < (αντιδάνειο) (άμεσο δάνειο) αγγλική homozygous[1]

Επίθετο[επεξεργασία]

ομόζυγος

  1. για ζώα υπό τον ίδιο ζυγό
  2. μέρη συνόλου, συγγενικές έννοιες ή σχέσεις
  3. (φιλοσοφία) διαλεκτικά συστατικά (βλ. διαλεκτική)
    ※  Και το παράδοξο είναι, ότι ο μύθος που είναι ομόζυγος με το λόγο», του γίνεται ταυτόχρονα και αντίζυγος. Του είναι ομόζυγος, γιατί είναι «εικός», δηλαδή ταιριασμένος με το λόγο. Είναι όμως και αντίζυγος, γιατί ο μύθος είναι ιστόρηση, ζωγραφιά, και κάθε ιστόρηση είναι αντίθετη στην έννοια.
    Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα, 1964, 4η έκδοση
  4. (βιολογία) άτομο που φέρει ίδια γονίδια για μία ιδιότητα· και από τη μητέρα, και από τον πατέρα
    ※  Ένα άτομο με ίδια αλληλόμορφα γονίδια για μια συγκεκριμένη ιδιότητα είναι ομόζυγο για την ιδιότητα αυτή, ενώ ένα άτομο με δύο διαφορετικά αλληλόμορφα γονίδια είναι ετερόζυγο
    κεφάλαιο 5.3 - Μαυρικάκη, Ευαγγελία. et al. (χ.χ.) Βιολογία Γ' Γυμνασίου). Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων.

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Zygosity: Homozygous στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια.