ομόρριζος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ομόρριζος ομόρριζη ομόρριζο
γενική ομόρριζου ομόρριζης ομόρριζου
αιτιατική ομόρριζο ομόρριζη ομόρριζο
κλητική ομόρριζε ομόρριζη ομόρριζο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ομόρριζοι ομόρριζες ομόρριζα
γενική ομόρριζων ομόρριζων ομόρριζων
αιτιατική ομόρριζους ομόρριζες ομόρριζα
κλητική ομόρριζοι ομόρριζες ομόρριζα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομόρριζος < λόγια λέξη από τα ὁμός ή ὁμοῦ + ρίζα (κατ' αναλογία προς την αρχαία ελληνική βαθύρριζος και ὁμόσπλαγχνος, ὁμόφυτος κ.λπ.)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ομόρριζος,η,ο

  1. το φυτό που βγήκε από τις ίδιες ρίζες με ένα άλλο
    Μην το τραβήξεις δυνατά, πρέπει να χωρίσουμε τις ρίζες, γιατί μοιάζει να φύτρωσε δίπλα στο άλλο, αλλά είναι ομόρριζο
  2. (μεταφορικά) εκείνος που έχει ίδια καταγωγή, ίδιες ρίζες με άλλον, με την ευρύτερη έννοια,
  3. ως ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο

γραμμ. εκείνο που ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων, έχει κοινή ρίζα, θέμα, ίδια προέλευση.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]