ομότεχνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομότεχνος ομότεχνοι
γενική ομοτέχνου ομοτέχνων
αιτιατική ομότεχνο ομοτέχνους
κλητική ομότεχνε ομότεχνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομότεχνος < αρχαία ελληνική ὁμότεχνος < ομο- + -τεχνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ομότεχνος, -η, -ο

  1. (συχνά ως ουσιαστικό) που ασκεί την ίδια τέχνη με κάποιον άλλον


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]