οξείδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οξείδιο τα οξείδια
      γενική του οξειδίου
& οξείδιου
των οξειδίων
& οξείδιων
    αιτιατική το οξείδιο τα οξείδια
     κλητική οξείδιο οξείδια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξείδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική oxide / oxyde < αρχαία ελληνική ὀξύς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οξείδιο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]