οξείδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οξείδιο οξείδια
γενική οξειδίου
& οξείδιου
οξειδίων
& οξείδιων
αιτιατική οξείδιο οξείδια
κλητική οξείδιο οξείδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξείδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική oxide / oxyde < αρχαία ελληνική ὀξύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οξείδιο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]