οξυγονοκόλληση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξυγονοκόλληση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οξυγονοκόλληση θηλυκό

  1. τεχνική συγκόλλησης ή κοπής μετάλλων με την καύση μίγματος οξυγόνου και ενός άλλου αερίου
  2. η συσκευή που χρησιμοποιείται στην τεχνική αυτή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]