οξυδερκής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οξυδερκής < αρχαία ελληνική ὀξυδερκής < ὀξύς + δέρκομαι ("βλέπω")

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔ.ksi.ðɛɾ.ˈcis/

Open book 01.svg Επίθετο[]

οξυδερκής, -ής, -ές

  1. που έχει ή χαρακτηρίζεται από οξυδέρκεια, οξεία αντίληψη, ευστροφία
    οξυδερκής νους, οξυδερκής παρατήρηση


32πχ Μεταφράσεις[]