οξύθυμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οξύθυμος οξύθυμη οξύθυμο
γενική οξύθυμου οξύθυμης οξύθυμου
αιτιατική οξύθυμο οξύθυμη οξύθυμο
κλητική οξύθυμε οξύθυμη οξύθυμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οξύθυμοι οξύθυμες οξύθυμα
γενική οξύθυμων οξύθυμων οξύθυμων
αιτιατική οξύθυμους οξύθυμες οξύθυμα
κλητική οξύθυμοι οξύθυμες οξύθυμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξύθυμος < αρχαία ελληνική ὀξύθυμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ˈksi.θi.mɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οξύθυμος

  1. που θυμώνει εύκολα κι έντονα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]