οξύθυμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | οξύθυμος | η | οξύθυμη | το | οξύθυμο |
| γενική | του | οξύθυμου | της | οξύθυμης | του | οξύθυμου |
| αιτιατική | τον | οξύθυμο | την | οξύθυμη | το | οξύθυμο |
| κλητική | οξύθυμε | οξύθυμη | οξύθυμο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | οξύθυμοι | οι | οξύθυμες | τα | οξύθυμα |
| γενική | των | οξύθυμων | των | οξύθυμων | των | οξύθυμων |
| αιτιατική | τους | οξύθυμους | τις | οξύθυμες | τα | οξύθυμα |
| κλητική | οξύθυμοι | οξύθυμες | οξύθυμα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οξύθυμος < αρχαία ελληνική ὀξύθυμος < ὀξύς + θυμός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /oˈksi.θi.mos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ο‐ξύ‐θυ‐μος
Επίθετο
[επεξεργασία]οξύθυμος
- (λόγιο) που θυμώνει εύκολα κι έντονα
- ※ τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978-960-9763-06-6, σελ. 24-25 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)