οξύμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οξύμετρο τα οξύμετρα
      γενική του οξυμέτρου των οξυμέτρων
    αιτιατική το οξύμετρο τα οξύμετρα
     κλητική οξύμετρο οξύμετρα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξύμετρο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οξύμετρο ουδέτερο


Μεταφράσεις[επεξεργασία]