οξύμωρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οξύμωρος οξύμωρη οξύμωρο
γενική οξύμωρου οξύμωρης οξύμωρου
αιτιατική οξύμωρο οξύμωρη οξύμωρο
κλητική οξύμωρε οξύμωρη οξύμωρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οξύμωροι οξύμωρες οξύμωρα
γενική οξύμωρων οξύμωρων οξύμωρων
αιτιατική οξύμωρους οξύμωρες οξύμωρα
κλητική οξύμωροι οξύμωρες οξύμωρα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξύμωρος < μεταγενέστερη ελληνική ὀξύμωρος < ὀξύς και μωρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οξύμωρος - η - ο

  1. αντιφατικός, που οι ενέργειες ή οι ιδιότητές του δεν μπορούν λογικά να συνυπάρχουν, φαινομενικά μωρός πράγματι όμως λίαν ευφυής.

συντακ. «οξύμωρον σχήμα»→ «σπεύδε βραδέως»

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]