οξύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξύνω < αρχαία ελληνική ὀξύνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ˈksi.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

οξύνω, παθητική φωνή: οξύνομαι, παθ. μτχ.: οξυμμένος ή οξυμένος

  1. κάνω κάτι οξύ
    συνώνυμα: ακονίζω
    αντώνυμα: λειαίνω
  2. (μεταφορικά) βελτιώνω την αντίληψή μου
    αντώνυμα: αμβλύνω
  3. κάνω κάτι χειρότερο ή πιο κρίσιμο
    συνώνυμα: επιδεινώνω
  4. αυξάνω κάτι σε ένταση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]