οπισθογεμής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οπισθογεμής οπισθογεμής οπισθογεμές
γενική οπισθογεμούς οπισθογεμούς οπισθογεμούς
αιτιατική οπισθογεμή οπισθογεμή οπισθογεμές
κλητική οπισθογεμή(ής) οπισθογεμής οπισθογεμές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οπισθογεμείς οπισθογεμείς οπισθογεμή
γενική οπισθογεμών οπισθογεμών οπισθογεμών
αιτιατική οπισθογεμείς οπισθογεμείς οπισθογεμή
κλητική οπισθογεμείς οπισθογεμείς οπισθογεμή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπισθογεμής < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

οπισθογεμής -ής -ές

  1. για πυροβόλο όπλο που γεμίζει με πυρομαχικά με κάποιο μηχανισμό που βρίσκεται πίσω από την κάννη του
  2. (ουσιαστικοποιημένο), (μεταφορικά) ο ομοφυλόφιλος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]