οπισθοδρομικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οπισθοδρομικός οπισθοδρομική οπισθοδρομικό
γενική οπισθοδρομικού οπισθοδρομικής οπισθοδρομικού
αιτιατική οπισθοδρομικό οπισθοδρομική οπισθοδρομικό
κλητική οπισθοδρομικέ οπισθοδρομική οπισθοδρομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οπισθοδρομικοί οπισθοδρομικές οπισθοδρομικά
γενική οπισθοδρομικών οπισθοδρομικών οπισθοδρομικών
αιτιατική οπισθοδρομικούς οπισθοδρομικές οπισθοδρομικά
κλητική οπισθοδρομικοί οπισθοδρομικές οπισθοδρομικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπισθοδρομικός < οπισθοδρομώ + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

οπισθοδρομικός

  1. (για άνθρωπο) που θα ήθελε να επιστρέψουμε στο παρελθόν, που δεν εγκρίνει τον σύγχρονο τρόπο ζωής και σκέψης
  2. (για ιδέα ή πρακτική) που χαρακτηρίζει έναν τέτοιον άνθρωπο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]