οπισθοδρόμηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οπισθοδρόμηση οι οπισθοδρομήσεις
      γενική της οπισθοδρόμησης
οπισθοδρομήσεως*
των οπισθοδρομήσεων
    αιτιατική την οπισθοδρόμηση τις οπισθοδρομήσεις
     κλητική οπισθοδρόμηση οπισθοδρομήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπισθοδρόμηση < οπισθοδρομώ + -ση (1. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική reculement. 2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική rétrogradation)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οπισθοδρόμηση θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπισθοδρομώ
  2. (μεταφορικά) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπισθοδρομώ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]