οπισθοδρόμηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οπισθοδρόμηση οπισθοδρομήσεις
γενική οπισθοδρόμησης
& οπισθοδρομήσεως
οπισθοδρομήσεων
αιτιατική οπισθοδρόμηση οπισθοδρομήσεις
κλητική οπισθοδρόμηση οπισθοδρομήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπισθοδρόμηση < οπισθοδρομώ + -ση (1. μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική reculement. 2. μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική rétrogradation)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οπισθοδρόμηση θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπισθοδρομώ
  2. (μεταφορικά) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπισθοδρομώ

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]