Μετάβαση στο περιεχόμενο

οπισθοχωρήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

οπισθοχωρήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
  3. θα οπισθοχωρήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος οπισθοχωρώ