οπλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οπλή οπλές
γενική οπλής οπλών
αιτιατική οπλή οπλές
κλητική οπλή οπλές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπλή < αρχαία ελληνική ὁπλή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ˈpli/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οπλή θηλυκό
νύχι ή νύχια που στηρίζουν το βάρος του ζώου (ή το κυρίως βάρος του ζώου όταν η οπλή είναι εξελικτικά πρώιμη):

  1. το νύχι των μονόχηλων ζώων.
    οπλή αλόγου.
  2. δίχηλη οπλή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]