οπλίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οπλίζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

οπλίζω, παρατ.: όπλιζα, στιγμ. μέλλ.: θα οπλίσω, αόρ.: όπλισα , παθ.φωνή: οπλίζομαι , μτχ.π.π.: οπλισμένος

  1. δίνω όπλα σε κάποιον
  2. κάνω τις απαραίτητες ενέργειες σε έναν μηχανισμό που λειτουργεί με σκανδαλισμό ώστε να είναι έτοιμος να χρησιμοποιηθεί άμεσα
  3. (μεταφορικά) δίνω σε κάποιον υλικά ή πνευματικά εφόδια ώστε να γίνει πιο αποτελεσματικός
  4. (μεταφορικά) υποκινώ ή αναγκάζω έμμεσα κάποιον να χρησιμοποιήσει ένα όπλο

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]