οπλίτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | οπλίτης | οι | οπλίτες |
| γενική | του | οπλίτη | των | οπλιτών |
| αιτιατική | τον | οπλίτη | τους | οπλίτες |
| κλητική | οπλίτη | οπλίτες | ||
| Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οπλίτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁπλίτης (βαριά οπλισμένος πεζός) < ὅπλ(ον) + -ίτης.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /oˈpli.tis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ο‐πλί‐της
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οπλίτης αρσενικό
- (στρατιωτικός όρος) μη βαθμοφόρος στρατιώτης στις Ένοπλες Δυνάμεις
- (ειδικότερα) στρατιώτης που υπηρετεί την θητεία του στον Στρατό Ξηράς
- ≈ συνώνυμα: φαντάρος
- ≤ συνυπώνυμα: ναύτης, σμηνίτης
- (ιστορία) βαριά οπλισμένος πεζός
φάλαγγα οπλιτών
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε όπλο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
οπλίτης στη Βικιπαίδεια

- δεκανέας (πρώτη, κατώτερη στρατιωτική βαθμίδα)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- οπλίτης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- οπλίτης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίτης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)