οπλαρχηγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο οπλαρχηγός οι οπλαρχηγοί
      γενική του οπλαρχηγού των οπλαρχηγών
    αιτιατική τον οπλαρχηγό τους οπλαρχηγούς
     κλητική οπλαρχηγέ οπλαρχηγοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπλαρχηγός < όπλο + αρχηγός (η λέξη μαρτυρείται από το 1825)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οπλαρχηγός αρσενικό

  1. αρχηγός ομάδας ενόπλων κατά την ελληνική επανάσταση του 1821

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]