οπλονόμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οπλονόμος οπλονόμοι
γενική οπλονόμου οπλονόμων
αιτιατική οπλονόμο οπλονόμους
κλητική οπλονόμε οπλονόμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπλονόμος < όπλο + -ο- + -νόμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.plɔ.ˈnɔ.mɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οπλονόμος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]