Μετάβαση στο περιεχόμενο

οπορτουνισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο οπορτουνισμός οι οπορτουνισμοί
      γενική του οπορτουνισμού των οπορτουνισμών
    αιτιατική τον οπορτουνισμό τους οπορτουνισμούς
     κλητική οπορτουνισμέ οπορτουνισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οπορτουνισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική opportunisme < opportun (πρόσφορος) + -isme (-ισμός)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.poɾ.tu.niˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: οπορτουνισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οπορτουνισμός αρσενικό

  1. τρόπος ενέργειας σύμφωνα με τον οποίο ο δράστης του κινητοποιείται από συμφεροντολογικά κίνητρα κι όχι από το χρέος προς μια πάγια αρχή
     συνώνυμα: καιροσκοπισμός
  2. (πολιτική) συμμόρφωση προς την αστική νομιμότητα (με μαρξιστικούς όρους), άρα η εγκατάλειψη της επανάστασης

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]