οπορτουνισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οπορτουνισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική opportunisme < opportun (πρόσφορος) + -isme (-ισμός)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /o.poɾ.tu.niˈzmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ο‐πορ‐του‐νι‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οπορτουνισμός αρσενικό
- τρόπος ενέργειας σύμφωνα με τον οποίο ο δράστης του κινητοποιείται από συμφεροντολογικά κίνητρα κι όχι από το χρέος προς μια πάγια αρχή
- (πολιτική) συμμόρφωση προς την αστική νομιμότητα (με μαρξιστικούς όρους), άρα η εγκατάλειψη της επανάστασης
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- λατινικά: opportunitas
- εκφράσεις: tempus actionis opportunum, locus opportunus
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οπορτουνισμός
Πηγές
[επεξεργασία]- οπορτουνισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- οπορτουνισμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ισμός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Πολιτική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)