οπτασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οπτασία οι οπτασίες
      γενική της οπτασίας των οπτασιών
    αιτιατική την οπτασία τις οπτασίες
     κλητική οπτασία οπτασίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπτασία < αρχαία ελληνική ὀπτασία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔp.ta.ˈsi.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οπτασία θηλυκό

  1. κάτι που δεν είναι αληθινό, κάτι φανταστικό
  2. (μεταφορικά) πολύ ωραία εικόνα ενός αντικειμένου ή προσώπου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]