οπότε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οπότε < αρχαία ελληνική ὁπότε
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /oˈpo.te/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ο‐πό‐τε
- τονικό παρώνυμο: όποτε
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]οπότε
- (χρονικός και συμπερασματικός) και άρα, και επομένως
Δουλεύω αύριο, οπότε δεν μπορώ να έρθω.
- (με και) τότε, σε εκείνο το χρονικό διάστημα
Το τάγμα αναπτύχθηκε κατά τον 8ο αι., οπότε και κτίσθηκε ένας νέος ναός.
Ταυτόσημα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- οπότε - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- οπότε - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)