Μετάβαση στο περιεχόμενο

οπότε

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: όποτε, ὁπότε, ὅποτε

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οπότε < αρχαία ελληνική ὁπότε

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /oˈpo.te/
τυπογραφικός συλλαβισμός: οπότε
τονικό παρώνυμο: όποτε

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

οπότε

  1. (χρονικός και συμπερασματικός) και άρα, και επομένως
    παράδειγμα  Δουλεύω αύριο, οπότε δεν μπορώ να έρθω.
  2. (με και) τότε, σε εκείνο το χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  Το τάγμα αναπτύχθηκε κατά τον 8ο αι., οπότε και κτίσθηκε ένας νέος ναός.

Ταυτόσημα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]