ορίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος ορίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

ορίζομαι

δείτε τη λέξη ορίζω