ορίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορίζω < αρχαία ελληνική ὁρίζω < ὃρος

Ρήμα[επεξεργασία]

ορίζω

  1. αποφασίζω πού και πότε (συνήθως) θα γίνει κάτι
    να ορίσομε μια συνάντηση με το διευθυντή
  2. θέτω τα όρια για κάτι
  3. δίνω μια ιδιότητα σε κάποιον, ώστε να κάνει κάτι
    με όρισε εκπρόσωπο τύπου
  4. αποφασίζω, επιλέγω
    συνήθως, οι καθηγητές ορίζουν την ύλη που θα διδάξουν στο νέο εξάμηνο
  5. δίνω ορισμό για κάτι, επισημαίνω τα γνωρίσματά του
    πώς μπορούμε να ορίσομε το τετράγωνο;
  6. διατυπώνω με σαφήνεια
    το νέο διάταγμα ορίζει ότι...
  7. (λαϊκότροπα) διατάζω, εκφράζω απόλυτα μια επιθυμία
    τι ορίζει ο αφέντης μας;
  8. ελέγχω, εξουσιάζω
    οι παππούδες του όριζαν όλη την εμπορική κίνηση της περιοχής
  9. φτάνω
    καλώς ορίσατε!


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]