ορίστε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορίστε < ορίσατε, β' πληθυντικός προστακτικής αορίστου του ορίζω

Επιφώνημα[επεξεργασία]

ορίστε

  1. όταν απαντάμε σε κάποιον που μας καλεί
    - Γιώργο, πού είσαι;
    - Ορίστε!
  2. όταν δίνουμε σε κάποιον κάτι που μας ζήτησε
    - Μου δίνετε σας παρακαλώ λίγο νερό;
    - Ορίστε!
  3. (σε ερώτηση) όταν δεν έχουμε ακούσει καλά κάτι που μας είπαν ή για να δηλώσουμε έμμεσα τη διαφωνία μας
    Ορίστε; Πώς είπατε;
  4. για να εκφράσουμε έκπληξη ή απογοήτευση
    Ορίστε μας τώρα, θα μας αρχίσει και η μικρή να έχει απαιτήσεις!
  5. Όταν προστάζουμε κάποιους να κάνουν κάτι (προστακτική του ορίζω) (συνήθως στα μαθηματικά)
    Ορίστε τα διαστήματα της συνάρτησης f.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ορίστε

  1. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ορίζω