οργή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οργή -
γενική οργής -
αιτιατική οργή -
κλητική οργή -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οργή < αρχαία ελληνική ὀργή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔɾ.ˈʝi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οργή θηλυκό

  • έντονος θυμός που προκαλείται από κάτι δυσάρεστο και εκδηλώνεται με επιθετικότητα και εκδικητική συμπεριφορά
  • το ξέσπασμα του θυμού

Εκφράσεις[]

  • δίνω τόπο στην οργή : συγκρατώ το θυμό μου
  • οργή Θεού : πολλές συμφορές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]