οργανική

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οργανική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: οργανικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οργανική θηλυκό

  1. (γλωσσολογία) η πτώση που χρησιμοποιείται όταν το αντικείμενο της πρότασης αποτελεί μέσο ή όργανο για τη δράση του ρήματος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

οργανική