οργανοληπτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική οργανοληπτικός οργανοληπτική οργανοληπτικό
γενική οργανοληπτικού οργανοληπτικής οργανοληπτικού
αιτιατική οργανοληπτικό οργανοληπτική οργανοληπτικό
κλητική οργανοληπτικέ οργανοληπτική οργανοληπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οργανοληπτικοί οργανοληπτικές οργανοληπτικά
γενική οργανοληπτικών οργανοληπτικών οργανοληπτικών
αιτιατική οργανοληπτικούς οργανοληπτικές οργανοληπτικά
κλητική οργανοληπτικοί οργανοληπτικές οργανοληπτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οργανοληπτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οργανοληπτικός

  1. που μπορεί να γίνει αντιληπτός από αισθητήρια όργανα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]