οργανώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οργανώνω < όργανο + -ώνω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική organiser)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

οργανώνω (παθητική φωνή: οργανώνομαι)

  1. πραγματοποιώ κάτι έχοντας προηγουμένως σκεφτεί πολύ προσεκτικά κι έχοντας φροντίσει να γίνει σωστά
    Ο Γιάννης οργάνωσε ένα πάρτι στο σπίτι του για τα γενέθλιά του.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]