οργιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : όργια

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οργιά οργιές
γενική οργιάς οργιών
αιτιατική οργιά οργιές
κλητική οργιά οργιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οργιά < ελληνιστική κοινή ὀργυιά < αρχαία ελληνική ὄργυια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οργιά θηλυκό

  1. μονάδα μήκους που ισούται με έξι πόδια, όσο περίπου είναι το άνοιγμα των τεντωμένων χεριών ενός άνδρα
  2. (ναυτικός όρος) μονάδα μήκους ίση με δύο γιάρδες
  3. απλωτή

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]