οργώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ὀργώνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οργώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀργώνω < ὄργον < αρχαία ελληνική ὀργάω < ὀργήδείτε τη λέξη ἔργον[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /oɾˈɣo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ορ‐γώ‐νω

Ρήμα[επεξεργασία]

οργώνω, αόρ.: όργωσα, παθ.φωνή: οργώνομαι, π.αόρ.: οργώθηκα, μτχ.π.π.: οργωμένος

  1. δημιουργώ παράλληλα βαθιά αυλάκια σε ένα χωράφι πριν τη σπορά με σκοπό να ανακατέψω και να αερίσω το χώμα
    έζεψαν τα βόδια στο αλέτρι και άρχισαν να οργώνουν
  2. (μεταφορικά) διασχίζω πολλές φορές μια έκταση
    ο γερο-ναυτικός είχε οργώσει τις θάλασσες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. {Π:Μπαμπινιώτης 2010}}