οργώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οργωνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οργώνω < μεσαιωνική ελληνική οργώνω < όργον < αρχαία ελληνική ὀργάω < ὀργή < ἔρδω < πρωτοελληνική *wérďō < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *wérǵ-ye- < *werǵ- (κάνω)

Ρήμα[επεξεργασία]

οργώνω (παθητική φωνή: οργώνομαι)

  1. δημιουργώ παράλληλα βαθιά αυλάκια σε ένα χωράφι πριν τη σπορά με σκοπό να ανακατέψω και να αερίσω το χώμα
    έζεψαν τα βόδια στο αλέτρι και άρχισαν να οργώνουν
  2. (μεταφορικά) διασχίζω πολλές φορές μια έκταση
    ο γερο-ναυτικός είχε οργώσει τις θάλασσες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]