οργώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οργώνω < μεσαιωνική ελληνική οργώνω < όργον < αρχαία ελληνική ὀργάω < ὀργή < ἔρδω < πρωτοελληνική *wérďō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wérǵ-ye- < *werǵ- (κάνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

οργώνω (παθητική φωνή: οργώνομαι)

  1. δημιουργώ παράλληλα βαθιά αυλάκια σε ένα χωράφι πριν τη σπορά με σκοπό να ανακατέψω και να αερίσω το χώμα
    έζεψαν τα βόδια στο αλέτρι και άρχισαν να οργώνουν
  2. (μεταφορικά) διασχίζω πολλές φορές μια έκταση
    ο γερο-ναυτικός είχε οργώσει τις θάλασσες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]