ορεία κρύσταλλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορεία κρύσταλλος < αρχαία ελληνική ὀρεία (θηλυκό του ὄρειος < ὄρος) + κρύσταλλος

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

ορεία κρύσταλλος θηλυκό

  • (γεωλογία) είδος χαλαζία με υαλώδη λάμψη
    Επίσης αποκαλύφθηκαν τα εργαστήρια της ορείας κρυστάλλου. Το υλικό αυτό υπάρχει σε αυτήν την περιοχή του Ψηλορείτη, το βρίσκουμε σε κατεργασμένη και ακατέργαστη μορφή. Είναι σπάνιο εμπορεύσιμο υλικό και το έστελναν και σε άλλα μέρη. (*)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]